Κυρία Πρόεδρε

Αξιότιμα μέλη της Επιτροπής

Η ύπαρξη αυστηρά καθορισμένου και δεσμευτικού θεσμικού πλαισίου στο ζήτημα των αποκαταστάσεων των εδαφών εξόρυξης, μετά το πέρας των εξορύξεων, αλλά και τις πιθανές μετακινήσεις οικισμών που πλήττονται από την εξορυκτική δραστηριότητα είναι αναγκαία.

Ελλείψει ενός λεπτομερούς νομικού πλαισίου για την διαδικασία κλεισίματος ενός ορυχείου, την αποκατάσταση των εδαφών και τη μετεγκατάσταση των πληττόμενων οικισμών, οι εταιρίες εξόρυξης δεν γνωρίζουν τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις τους και οι τοπικές κοινότητες δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα ή/και τις υποχρεώσεις τους. Η έλλειψη αυτή είναι πιθανό να οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα και σύγχυση μεταξύ των διαφόρων υπουργείων και φορέων του δημοσίου σε τοπικό, περιφερειακό και σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης.

Κοινή συνισταμένη των καλών πρακτικών μετάβασης που αναδεικνύονται από την ανασκόπηση της διεθνούς εμπειρίας καθώς και τις προσπάθειες των τοπικών φορέων , αποτελεί η αναγκαιότητα ύπαρξης μακροχρόνιου σχεδιασμού. Η έγκαιρη διάγνωση του προβλήματος και ο μακροχρόνιος σχεδιασμός μετάβασης, με δημοκρατικές διαδικασίες διαβούλευσης και ενεργού συμμετοχής της τοπικής κοινωνίας, αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για την επιτυχή έκβαση της διαδικασίας μετάβασης μιας περιοχής σε ένα μετά-εξορυκτικό καθεστώς.

Αφού η αποκατάσταση των λιγνιτικών πεδίων έχει ολοκληρωθεί, το οικοσύστημα μπορεί να ανακατασκευαστεί, είτε ενεργά είτε παθητικά. Ο καθορισμός και η τελική επιλογή των χρήσεων γης μιας αποκατεστημένης έκτασης αποτελεί μια συνισταμένη πολλών παραμέτρων όπως:

  • γεωγραφικά χαρακτηριστικά,
  • προϋπάρχουσες χρήσεις γης,
  • οικονομικοί παράγοντες,
  • κοινωνικές ανάγκες, και
  • τα χαρακτηριστικά του τοπικού οικοσυστήματος.

 

Σε κάθε περίπτωση, η βέλτιστη χρήση των αποκατεστημένων χώρων εξόρυξης θα πρέπει να βασίζεται στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Επιπρόσθετα με τις εργασίες αποκατάστασης, αναγκαία συνθήκη για τη μετάβαση στη Μετά-εξορυκτική περίοδο αποτελεί και η διευθέτηση του ζητήματος επαναπόδοσης των αποκατεστημένων εδαφών στην τοπική κοινωνία. Ορόσημο για τη διαδικασία αυτή θεωρείται η κατάργηση του άρθρου 1 του ν.1280/1982 ο οποίος προέβλεπε «την επαναπόδοση των εκτάσεων εξόρυξης στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα» (ν. 2941/2001, άρθρο 9). Η επιστροφή των εδαφών στην Πολιτεία και στις τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να αποτελεί προϊόν συνολικού σχεδιασμού και διαφανών κριτηρίων απόδοσης και επαναχρησιμοποίησης.

Αναγκαίο συστατικό στοιχείο του μακροχρόνιου σχεδιασμού μετάβασης μιας περιοχής σε ένα καθεστώς μετά-εξορυκτικής δραστηριότητας, είναι η ενδελεχής διερεύνηση και εξασφάλιση των αναγκαίων κεφαλαίων που θα χρηματοδοτήσουν τη διαδικασία μετάβασης. Οι χρηματοδοτικοί πόροι θα πρέπει να διέπονται από τους κανόνες της διαφάνειας και να καθορίζονται από το νομικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει την εξορυκτική δραστηριότητα καθώς και τις περιβαλλοντικά απεκατεστημένες εκτάσεις.

Η ολοκλήρωση των μετεγκαταστάσεων των πληττόμενων οικισμών, η σταδιακή αποκατάσταση/επαναχρησιμοποίηση των εδαφών εξόρυξης και η πρόνοια για όλους τους εργαζομένους στην περιοχή αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή εφαρμογή του σχεδίου μετάβασης της περιοχής στη μετά-εξορυκτική / μετά-λιγνιτική περίοδο. Σε αυτές τις προϋποθέσεις προστίθεται διακριτά και η εξεύρεση εναλλακτικού σχεδίου για τα συστήματα τηλεθέρμανσης που ήδη λειτουργούν εδώ και δεκαετίες στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις ολοκληρωμένες μετεγκαταστάσεις οικισμών, αυτές αφορούν τους οικισμούς Καρδιά (1976, 700 κάτοικοι), Εξοχή (τέλη δεκαετίας ’70, 300 κάτοικοι), και Χαραυγή (μέσα δεκαετίας ’90, 2.000 κάτοικοι). Στην τελική τους φάση βρίσκονται τα έργα δημοσίων υποδομών στους νέους εγκεκριμένους οικισμούς για τη μετεγκατάσταση των οικισμών Κομάνου και Κλείτου – ειδικά για τον Κλείτο, έχει ήδη ξεκινήσει η μετεγκατάσταση πολλών κατοίκων στον νέο οικισμό. Οι κάτοικοι της Ποντοκώμης, έχουν αποφασίσει με δημοψήφισμα (14/9/2008) να μετεγκατασταθούν νότια της Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας (ΖΕΠ) Κοζάνης σε μια περιοχή 130 εκταρίων. Η μετεγκατάσταση αυτή βρίσκεται στην φάση της έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης.

Για τις περιπτώσεις των οικισμών Ακρινής και Αναργύρων έχουν προσδιοριστεί οι αντίστοιχες θέσεις μετεγκατάστασης και έχει ήδη υποβληθεί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, από την αρμόδια Επιτροπή της ΔΕΗ, σχέδιο μετεγκατάστασης για έγκριση, κατόπιν έκδοσης σχετικού Προεδρικού Διατάγματος, βάσει των αναγραφομένων στο άρθρο 28 του ν. 3937/2011 για τη Βιοποικιλότητα. Ειδικότερα για την περιοχή των Αναργύρων, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη συντόμευσης των διαδικασιών, λόγω της κατολίσθησης του ορυχείου Αμυνταίου πλησίον του οικισμού.

Σύμφωνα με την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) για την εταιρεία Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας ΑΕ, απαιτείται και μετεγκατάσταση των οικισμών Αχλάδας, Άνω Αχλάδας και Κάτω Αχλάδας. Τέλος, λόγω της διάνοιξης των ορυχείων απαλλοτριώνονται ο υπάρχων οικισμός Κλειδίου στο Δήμο Αμυνταίου (Π.Ε. Φλώρινας) καθώς και ο οικισμός Πτελεώνα στο Δήμο Εορδαίας (Π.Ε. Κοζάνης).

Στόχος όλων των παραπάνω ενεργειών στα πλαίσια ενός συνολικού σχεδιασμού περιβαλοντικής αποκατάστασης για τα ορυχεία λιγνίτη της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, θα πρέπει να είναι η διαφύλαξη της περιβαλλοντικής και οικολογικής σταθερότητας του οικοσυστήματος της περιοχής για τις επόμενες γενιές στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης με ταυτόχρονη δημιουργία θέσεων εργασίας τόσο σε αναδυόμενους όσο και σε παραδοσιακούς τομείς και κλάδους της οικονομίας.

 

Κωδικοποιημένες προτάσεις της ΑΔΗΔΜ :

· Είναι επιτακτική ανάγκη όλες οι Αποφάσεις Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων που αφορούν τις εξορυκτικές δραστηριότητες των λιγνιτικών πεδίων, που εκδόθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 4014/11 ΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΘΟΥΝ σε συνδυασμό και με την έναρξη ισχύος της ΚΥΑ που αφορά το Σχέδιο Διαχείρισης Εξορυκτικών Αποβλήτων (Σ.Δ.Ε.Α.), με σκοπό την επαναπόδοση των εκτάσεων για ήπιες χρήσεις, μια συνήθη πρακτική που εφαρμόζεται στο εξωτερικό για την αποκατάσταση εξοφλημένων λιγνιτικών πεδίων.

· Άμεση υποβολή ολοκληρωμένων - επικαιροποιημένων μελετών εμπλουτισμού του υδροφόρου ορίζοντα, αποκατάστασης, διαχείρισης φυτικής γης, σχεδίασης και ανάπτυξης δασικών και υγροτοπικών οικοσυστημάτων με βάση τις σύγχρονες προδιαγραφές.

· Προτείνεται στο πλαίσιο της συνεργασίας της ΔΕΗ με την τοπική κοινωνία και τις συναρμόδιες Υπηρεσίες & φορείς, η από κοινού συμφωνία σε ένα αναλυτικότερο ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟ χρονοδιάγραμμα ΠΛΗΡΟΥΣ αποκατάστασης, βάσει ενός τεκμηριωμένου βέλτιστου ρυθμού αποκατάστασης, που θα περιλαμβάνει τόσο τον σχεδιασμό τελικών χρήσεων γης (γεωργικές & δασικές εκτάσεις, λίμνες κλπ.) όσο και τις προβλεπόμενες χρηματορροές επίτευξής του. Η συμφωνία αυτή θα πρέπει να είναι δημόσια διαθέσιμη και να περιλαμβάνει υποχρεώσεις σύνταξης περιοδικών αναφορών προόδου των αποκαταστάσεων.

· Δημοσιότητα και διαφάνεια στη διαδικασία επαναπόδοσης των εδαφών, με ακριβή καθορισμό χρήσεων των αποδιδόμενων εδαφών και κριτηρίων αξιοποίησής τους. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε καινοτόμες καθετοποιημένες επιχειρήσεις, μεταποιητικές δραστηριότητες, δραστηριότητες σχετικές με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και νέες τεχνολογίες, υποδομές βιομηχανικού τουρισμού, υποδομές αναψυχής και αθλητισμού.

· Η θέσπιση αυστηρών κανόνων και κριτηρίων για τις εκτάσεις που θα διατεθούν για καλλιέργεια (εφαρμογή ορθών γεωργικών πρακτικών με χαμηλή κατανάλωση νερού – λιπασμάτων, ενίσχυση και στροφή στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία).

· Είναι αναγκαίο να διευθετηθεί το νομικό καθεστώς που διέπει τις εκτάσεις που καλύπτουν τα ορυχεία (σχεδόν ανύπαρκτο θεσμικό πλαίσιο αποκαταστάσεων, ιδιοκτησιακό καθεστώς).

· Τέλος αναγκαία κρίνεται η διευκρίνιση της εφαρμογής γενικών κανόνων κοστολόγησης, μεθόδου και διαδικασιών ανάκτησης κόστους στη χρήση ύδατος στις εξορυκτικές δραστηριότητες της πρόσφατης ΚΥΑ υπ.αρ..135275 (22-5-2017/ΦΕΚ Β/1751)